Οι Τρεις Ιεράρχες και ο “χρυσούς αιών” της χριστιανικής διανόησης

2017-02-06 13:35

Αποτέλεσμα εικόνας για τρεις ιεραρχες εικονεςΟμιλία* εκφωνηθείσα από την  Καθηγήτρια Φιλόλογο Λυκείου Αφάντου,, Διδάκτορα Λογοτεχνίας
Στέλλα Π. Βουτσά

Γιορτάζουμε και τιμούμε τρεις κορυφαίες μορφές του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, τρεις κορυφαίες φυσιογνωμίες της Παιδείας και των Ελληνικών Γραμμάτων: το Μέγα Βασίλειο από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (330-379 μ.Χ.), το Γρηγόριο το Ναζιανζηνό ή Θεολόγο από την Αριανζό, επίσης της Καππαδοκίας (329-390 μ.Χ.) και τον Ιωάννη Χρυσόστομο από την Αντιόχεια της Συρίας (345-407 μ.Χ.).

Και οι τρεις οφείλουν πολλά στις μητέρες τους για το ήθος και τη χριστιανική τους ανατροφή: στην Εμμέλεια ο Μέγας Βασίλειος, στη Νόννα ο Γρηγόριος και στην Ανθούσα ο Χρυσόστομος. Σχετικά με αυτό, ο Λιβάνιος, εθνικός (ειδωλολάτρης) δάσκαλος του Ιωάννη του Χρυσοστόμου έλεγε χαρακτηριστικά: «Ίδετε ποίας θαυμαστάς γυναίκας έχουν οι χριστιανοί!».

Η μόρφωση και των τριών πολύπλευρη, η ευρυμάθειά τους αξιοθαύμαστη: εντρύφησαν στα αρχαία ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στη φιλοσοφία. Ο Μέγας Βασίλειος, μάλιστα, προχώρησε ακόμη πιο πέρα, σπουδάζοντας όλες τις γνωστές επιστήμες της εποχής του: φιλολογία, ρητορική, φιλοσοφία, γεωμετρία, αστρονομία και ιατρική, ήταν δηλαδή ο κατεξοχήν πανεπιστήμονας, homo universalis της εποχής του.

Όλοι οι δρόμοι προς μια λαμπρή επαγγελματική ανέλιξη και καταξίωση πρόβαλλαν μετά από τέτοιες σπουδές εμπρός του. Εκείνος, όμως, επέλεξε τον στενό δρόμο της ασκήσεως μαζί με τον συσπουδαστή του, τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. (Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Μέγας Βασίλειος, όπως υποστηρίζει και στο μνημειώδη λόγο του «Προς τους Νέους», πάντα προτιμούσε το δρόμο τον ανηφορικό και τραχύ, γιατί αυτόν θεωρούσε το δρόμο της αρετής και συνιστούσε στους νέους να μην εγκαταλείπουν την προσπάθεια μέχρι να φτάσουν στο τέρμα του δρόμου).

Ο Βασίλειος διέκοψε την άσκηση για να υπηρετήσει την Εκκλησία, η οποία δοκιμαζόταν από τις αιρέσεις. Και όσο για τον επισκοπικό θρόνο που κατέλαβε, αυτόν δεν τον θεώρησε ποτέ ως ένδειξη κοινωνικής προβολής, γι’ αυτό και δε δίστασε να έλθει σε σύγκρουση με τον αιρετικό αυτοκράτορα, ο οποίος δια του απεσταλμένου του τον εκβίαζε να αποδεχθεί την αιρετική αυτή διδασκαλία.

Ο διάλογος του Αγίου Βασιλείου με τον ύπαρχο της Ανατολής Μόδεστο, το δεύτερο μετά τον αυτοκράτορα πανίσχυρο άνδρα, εκπρόσωπο της κοσμικής εξουσίας, αποτελεί μνημείο ελευθερίας λόγου και ανδρείας. Στη Γ’ Λυκείου διδάσκεται ο διάλογος αυτός στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και συγκεκριμένα στην ενότητα «Δίκαιος-Άδικος Λόγος» και πάντα συγκινεί τους μαθητές. Αξίζει να αναφέρουμε ένα απόσπασμα:

ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Τι θα μου συμβή; Τι πρόκειται να πάθω;
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.
Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.
ΜΟΔΕΣΤΟΣ: Πως είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;

Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: Γιατί δήμευση περιουσίας δεν μπορεί να πάθη εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος.

Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.

Ο Μόδεστος εσιώπησε, ανεχώρησε και ανήγγειλε στον αυτοκράτορα το αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης. «Ηττήμεθα, βασιλευ….»

Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός σπούδασε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Εκεί, στην Αθήνα, γνώρισε τον Ιουλιανό (το μετέπειτα αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη), καθώς και το Μέγα Βασίλειο. Οι δύο άνδρες, Γρηγόριος και Βασίλειος, συνδέθηκαν από τότε με βαθιά φιλία. Ο Βασίλειος, μάλιστα, χειροτόνησε το φίλο του Γρηγόριο επίσκοπο το 372.

O Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μαθήτευσε, όπως προαναφέρθηκε, σε έναν από τους μεγαλύτερους λογίους και πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του, το σοφιστή Λιβάνιο, ο οποίος του δίδαξε ρητορική και αρχαία ελληνική φιλολογία. Ο Λιβάνιος, λέγεται, ότι ήθελε τον Ιωάννη διάδοχό του, σύμφωνα όμως με τα λεγόμενά του, του τον «εσύλων οι χριστιανοί», του τον άρπαξαν δηλαδή οι χριστιανοί. 

Η φήμη του Ιωάννη ως κληρικού σύντομα ξεπέρασε τα όρια της πατρίδας του, της Αντιόχειας, κι έφτασε ως την Κωνσταντινούπολη. Τέτοια ήταν η ρητορική ικανότητα του Χρυσοστόμου, ώστε οι σύγχρονοί του τον αποκάλεσαν «Δημοσθένη της Εκκλησίας». Ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τον κάλεσε τότε στην πρωτεύουσα και τον διόρισε το 397 μ.Χ. Πατριάρχη. Ως Πατριάρχης ο Χρυσόστομος υπήρξε δριμύς επικριτής με φλογερά κηρύγματα κάθε κακώς κειμένου και ανηθικότητας τόσο στο χώρο της εκκλησίας όσο και του κράτους.

Παροιμιώδης έχει μείνει η φράση του: «Χωρίς την αρετή, όλα τα άλλα είναι περιττά». Από τις αυστηρές επικρίσεις του δεν εξαιρέθηκε ούτε η αυτοκράτειρα Ευδοξία. Η ελευθεροστομία του αυτή και η παρρησία του κόστισε στο Χρυσόστομο διπλή εξορία. Κατά τη διάρκεια του οριστικού εκτοπισμού του, άφησε την τελευταία του πνοή στον Πόντο.  

Τους Τρεις Ιεράρχες ένωναν τα αρχαία κλασικά γράμματα. Και οι τρεις, όμως, ήταν πεπεισμένοι ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία και οι θησαυροί της ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ να συνυπάρξουν με το χριστιανισμό. Εδώ ακριβώς έγκειται και η μοναδική προσφορά τους: στο γεγονός, δηλαδή, ότι μετά τις αρχαιόπληκτες ουτοπίες του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη για επαναφορά του δωδεκάθεου και των αρχαίων μυστηρίων, αλλά και μπροστά στις υπερβολές ενός Θεοδόσιου για συλλήβδην καταδίκη της αρχαιοελληνικής παιδείας, επειδή είχε συνδεθεί με την αρχαία θρησκεία (από την οποία καταδίκη και κατάργηση δε γλίτωσαν ούτε οι Ολυμπιακοί Αγώνες), οι τρεις αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας στάθηκαν στη μέση κι έβαλαν τα πράγματα στη θέση τους.

Σύμφωνα με τους σοφούς αυτούς διανοητές, λοιπόν, δε θα απορρίψουμε άκριτα το αρχαιοελληνικό παρελθόν, με την κατηγορία ότι είναι ειδωλολατρικό, αλλά θα κρατήσουμε από αυτό τα διαμάντια του, ό,τι αξίζει από την αρχαία ελληνική σκέψη και διανόηση, ακριβώς όπως η μέλισσα πηγαίνει σε όλα τα λουλούδια, επιλέγει όμως προσεκτικά από αυτά μόνο τη γύρη που χρειάζεται.

Ας μας επιτραπεί να παραστήσουμε σχηματικά την εξέλιξη αυτή: δράση-αντίδραση-σύνθεση. Μετά από κάθε δράση (Ιουλιανός), υπάρχει μια αντίδραση (Θεοδόσιος), για να επέλθει τελικά η σύνθεση και να ισορροπήσει το εκκρεμές. Τη σύνθεση αυτή, που έφερε την οριστική λύση στη σύγκρουση μεταξύ της παλαιάς και της νέας θρησκείας, αντιπροσωπεύουν οι Τρεις Ιεράρχες. 

Η προσφορά όμως των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας δεν εξαντλείται εδώ. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή τους και στην αντιμετώπιση των αιρέσεων. Συγκεκριμένα, ο Άγιος Γρηγόριος κλήθηκε από τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως να αναλάβει την υπεράσπισή της Ορθοδοξίας εναντίον του Αρειανισμού.

Τότε, μέσα στο ναό της Αγίας Αναστασίας υποστήριξε με πέντε ένθερμους λόγους του τη θεότητα «του Υιού και Λόγου του Θεού», δηλαδή του Χριστού, ενάντια στις δογματικές αποκλίσεις των Αρειανών, οι οποίοι πρέσβευαν ότι ο Υιός είναι δημιούργημα του Πατρός, αμφισβητώντας τη θεϊκή φύση Του. Έπειτα από αυτούς τους λόγους,  ο Άγιος Γρηγόριος πήρε την προσωνυμία «Θεολόγος», ενώ ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος τον τίμησε ανεβάζοντάς τον στον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Τέλος, αναμφισβήτητη υπήρξε η προσφορά των τριών Ιεραρχών στον τομέα της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής προσφοράς. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρούσε τη φιλανθρωπία ως τη βασίλισσα των αρετών, ενώ συνήθιζε να λέει: «Δώσε ψωμί και πάρε Παράδεισο!»

Ο δε Μέγας Βασίλειος δίδαξε με το προσωπικό του παράδειγμα την αλληλεγγύη, αφού ως επίσκοπος έζησε βίο ασκητικό, μοιράζοντας την περιουσία του στους φτωχούς και κρατώντας για τον εαυτό του μόνο ένα μικρό μέρος της. Με δική του πρωτοβουλία, μάλιστα, ιδρύθηκαν διάφορα κοινωφελή ιδρύματα, πτωχοκομείο, γηροκομείο, νοσοκομείο, λεπροκομείο, ορφανοτροφείο, τα οποία αποτέλεσαν τη μετέπειτα «Βασιλειάδα», δηλαδή τη φιλάνθρωπο πόλη του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία φιλοξενούσε 30.000 ανθρώπους κατατρεγμένους και αναξιοπαθούντες.

Τι να πρωτοπεί κανείς για τους τρεις Ιεράρχες; Φωτισμένοι Πατέρες, αντιπρόσωποι της υγιούς χριστιανικής ορθόδοξης διανόησης, εκκλησιαστικοί συγγραφείς πολυγραφότατοι (με θεολογικά έργα, επιστολές, λειτουργίες), δεινοί ρήτορες, εμπνευσμένοι φιλόλογοι και λόγιοι, φιλάνθρωποι αρωγοί με κοινωνικές ευαισθησίες. Και οι τρεις θιασώτες του Ορατιανού (και μετέπειτα Καντιανού) «SAPERE AUDE», δηλαδή «Τόλμα να μαθαίνεις», οι τρεις αυτές κορυφαίες μορφές αντιπροσωπεύουν τον «χρυσουν αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων».

Εμείς, η εκπαιδευτική κοινότητα, τόσο οι διδάσκοντες όσο και οι διδασκόμενοι, αλλά και οι γονείς, ζητούμε ταπεινά από τις σεβάσμιες αυτές μορφές την πολύτιμη φώτιση και καθοδήγησή τους στο έργο μας, ιδιαίτερα στους δύσκολους και κρίσιμους καιρούς που διανύουμε, σε αυτό το θολό πανόραμα της εποχής μας. Είθε οι Τρεις Ιεράρχες, «οι τρεις μέγιστοι φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος», να στέκουν διαχρονικά πρότυπα αρετής και ελληνοχριστιανικής παιδείας.  

* Η ομιλία εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Ρόδο στις 30-1-2017